Μητέρα, ο μαγικός μας σύντροφος…

thilasmos1«Mάνα! Δε βρίσκεται λέξη καμία να ‘χει στον ήχο της τόση αρμονία»

Ο γιος γράφει για τη μητέρα…

Πήρα την πρώτη την πνοή
απ΄το δικό σου το φιλί
κι άρχισα ν΄αναπνέω.

Μου  κράτησες το χέρι  απαλά
και μου ‘δειξες να περπατώ
κι εγώ τους δρόμους πήρα.
Μετά χτυπούσα κι έκλαιγα

κι ήσουν εκεί
χάδι, χαμόγελο, παρηγοριά
και το κουράγιο ένιωσα.

Να συλλαβίζω μ΄έμαθες
δίχως φωνές, με υπομονή.
Τώρα βιβλία γράφω.

Σε ταξίδια ονειρικά,
πολύχρωμα, φανταστικά,
με παραμύθια μ΄ έβαλες.
Και ταξιδεύω ακόμα.
Κι έγινε όμορφη η ζωή.

Και η κουζίνα σου
κόσμος μαγικός
χρωματιστοί ατμοί
βάζα μ΄αρώματα και χρώματα.
Τώρα με τους δικούς μου

τους ατμούς παλεύω.
Σ΄αγκάλιασα

σε φίλησα
σου’ πα “χρόνια πολλά”
κι είχα το ίδιο χάδι.
Σ΄ευχαριστώ.

Σ΄ευχαριστώ γι΄αυτό που έγινα.

gustav-klimt-mother-and-child-170x150Ο υγιής δρόμος για τη μητρότητα και την πατρότητα  δεν περνάει μέσα από την αυτοθυσία και τη στέρηση, αλλά μέσα από την προσωπική αλήθεια και το ειλικρινές  μοίρασμα με  τα παιδιά  και τους ανθρώπους.

Η μητέρα γράφει…

Σ΄ έναν κόσμο που λέει πως νοιάζεται
για την καλύτερη ανατροφή της νέας γενιάς,
νιώθω πως χρειάζεται να εναρμονίσω τις ανάγκες των παιδιών
με ό,τι μου είναι απαραίτητο για να είμαι μια ισορροπημένη μητέρα.
Αναγνωρίζω ότι η ατελείωτη προσφορά
καταλήγει σε αυτοθυσία.
Και η αυτοθυσία δεν με κάνει υγιή μητέρα
ούτε υγιή άνθρωπο.

Έτσι, τώρα μαθαίνω να είμαι πρώτα γυναίκα
και μετά μητέρα.
Μαθαίνω απλώς να βιώνω τα συναισθήματά μου,
χωρίς να κλέβω από τα παιδιά μου την ατομική τους αξιοπρέπεια, νιώθοντας
και τα δικά τους συναισθήματα.
Μαθαίνω ότι ένα υγιές παιδί θα έχει
τα δικά του συναισθήματα και χαρακτηριστικά,
που θα είναι μόνο δικά του.
Και πολύ διαφορετικά από τα δικά μου.
Μαθαίνω πόσο σημαντικό είναι να μοιράζομαι τα συναισθήματά μου με ειλικρίνεια, γιατί η προσποίηση δεν ξεγελά τα  παιδιά.
Ξέρουν τη μητέρα τους καλύτερα απ΄ ό,τι εκείνη
ξέρει τον εαυτό της.
 

Μαθαίνω ότι καμιά από μας δεν ξεπερνά το παρελθόν της, αν δεν το αντιμετωπίσει.
Αλλιώς τα παιδιά της θα απορροφήσουν αυτό
ακριβώς  που προσπαθεί να ξεπεράσει.
Μαθαίνω ότι τα σοφά λόγια και οι συμβουλές δεν έχουν αντίκρισμα
όταν οι πράξεις μου οι ίδιες με διαψεύδουν.
Τα παιδιά είναι καλύτεροι ερμηνευτές παρά ακροατές.
Μαθαίνω πως η ζωή είναι γεμάτη τόσο με θλίψη και πόνο
όσο και με ευτυχία και απόλαυση.
Και το να επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώθει ό,τι έχει
να μου προσφέρει η ζωή είναι ένδειξη πληρότητας.
Μαθαίνω ότι η πληρότητα δεν κερδίζεται με την αυτοθυσία,
αλλά με την προσφορά στον ίδιο μου τον εαυτό
και το μοίρασμα με τους άλλους ανθρώπους.

Μαθαίνω ότι ο καλύτερος τρόπος να διδάξω τα παιδιά
μου να ζήσουν μια γεμάτη ζωή δεν είναι
να θυσιάσω τη ζωή μου.
Είναι να ζήσω εγώ μια πλήρη ζωή.
Προσπαθώ να διδάξω τα παιδιά μου ότι έχω πολλά να μάθω.
Και, πάνω απ΄ όλα, μαθαίνω ότι το να τα αφήσω ελεύθερα
είναι ο καλύτερος τρόπος να τα κρατήσω.

πηγή: Newagemama.com

Έβαζες ψεύτικες φωνές,γελούσες κι έκανες πως κλαις
κι εγώ παιδί…
Α, ρε μαμά…
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή
με ένα πιάτο και μια ευχή,
τότε με κράταγες σφιχτά
τώρα κοιτάς από μακριά…
Μέσα απ’τα δόντια να μιλάς,
σ’ ακούω σαν τώρα:
“Μη με σκας, δε θα σε ανεχτεί κανείς,
θα πας χαμένος, θα το δεις”…
Α ρε μαμά, α ρε μαμά…

Ύστερα λόγια στο χαρτί
“συγγνώμη, σ’ αγαπώ πολύ, είμαι εδώ”…
Α,  ρε μαμά…

maternalΟ μαγικός προορισμός (ένα παραμύθι για τον θηλασμό)

της Όλγας Μπελιβάνη

Υπάρχει ένας μαγικός προορισμός πάνω από τα σύννεφα. Η θέα από εκεί πάνω είναι μαγευτική, τόσο που σου κόβει την ανάσα. Γεμίζει αγαλίαση την καρδιά σου και οξυγονώνει τα πνευμόνια σου.Μα μόνο η θηλάζουσα μαμά με το μωρό της μπορεί να πάει. Ετούτο το ταξίδι δεν κοστίζει τίποτα, αλλά ταυτόχρονα αξίζει το χρυσάφι όλου του κόσμου. Το εισιτήριο είναι ο θηλασμός και το ταξίδι ξεκινά μόλις το μωράκι ακουμπήσει ευλαβικά τα χειλάκια του στη θηλή της μαμάς του. Από εκείνη τη στιγμή άλλα πρόσωπα δεν υπάρχουν, μόνο οι δυό τους. Οι κανόνες και οι νόμοι της φυσικής καταρίπτονται. Η μαμά αγκαλιά με το μωράκι της στροβιλίζεται σε μαλάκα πούπουλα και γλυκιές παραδεισένιες μουσικές, καθώς ανεβαίνει ανεβαίνει. Κάθεται πάνω σε ένα μαλακό σύννεφο. Χίλια ηλιοβασιλέματα και άλλες τόσες χαραυγές τους περικυκλώνουν. Ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ αστέρια υποκλίνονται.

– Μανούλα που με πας; ακούει τη ψυχή του μωρού της να τη ρωτά.

– Σε πάω παιδάκι μου να σου δείξω τον κόσμο. Κοίτα…. του απάντησε η ψυχή της μανούλας. Του έδειξε τα βουνά τη θάλασσα, την άνοιξη, τα καλοκαίρια.

– Α!! Είναι όμορφα μανούλα… Βλέπω τα πονεμένα μάτια σου… σε πλήγωσαν οι άνθρωποι… το ξέρω. Εγώ γι’ αυτό ήρθα να γίνω το γιατρικό σου, να επουλώσω τις πληγες σου, είπε η ψυχή του μωρού καθώς πρωταντίκρυσε τον κόσμο μες στα μάτια της.

 Παιδάκι μου, απάντησε συγκινημένη η ψυχή της μάνας πνίγοντας το δάκρυ να κυλήσει προς τα μέσα, να κατηφορήσει προς την καρδιά, να μην το δει το πλαματάκι της και πληγωθεί. Τόσο μικρό μα και τόσο δυνατό, σκέφτηκε. Δεν χρειάζονταν λόγια. Τούτη τη στιγμή είχαν αφυπνιστεί και οι πέντε αισθήσεις του μωρού της.

Με την ακοή άκουγε την πιο μελωδική μουσική. Τους χτύπους της καρδιάς της μανούλας!

Με τη όσφρηση μύριζε τη μυρωδιά της μάνας. Ένα μοναδικό άρωμα που σε κανένα αρωματοπωλείο δεν θα αποσταχθεί ποτέ!

Με τη γεύση. Το ανεκτίμητο γάλα της μαμάς. Ότι πιο αγνό και φρέσκο υπάρχει στη φύση

Με την αφή. Την αγκαλιά της μανούλας… Το πιο απάνεμο λιμάνι, η πιο μαλακή κουβέρτα, ο θρόνος του μωρού.

Με την όραση έβλεπε την ψυχή της μάνας του. Ένιωθε την ανιδιοτελή αγάπη της.

– Είναι αρκετό το γάλα μου μωρό μου; ρώτησε η ψυχή της μάνας ανήσυχη.

– Μανούλα εντάξει είναι, παίρνω τόσα από σένα… Μόνο έχω πονάκια την κοιλίτσα μου, παραπονέθηκε η ψυχή του μωρού.

– Μην ανησυχείς, έτσι πονάνε όλα τα μωράκια. Εγω θα διώξω τον πόνο! καθησύχασε η ψυχή της μάνας το μωράκι και του χαιδεψε την κοιλίτσα του.

– Μαμά, ο κόσμος είναι τεράστιος!!

– Μην ανησυχείς μωράκι μου με το γαλατάκι μου θα σου δώσω εφόδια ψυχής, ζωής, αντοχής… να αντέξεις το μακρύ ταξίδι της ζωής, είπε γλυκά η ψυχή της μαμάς.

Το μωράκι χουχούλιασε μέσα στην αγκαλιά της μανούλας ανακουφισμένο, ακουμπόντας το χεράκι του στα τρεμάμενα από τη συγκίνηση, χείλη της μανούλας του. Η φωνή της γιαγιάς προσγείωσε μαμά και μωρό στην πραγματικότητα.

– Που ήσουνα τόση ώρα που σου μιλώ; ρώτησε πονηρά.

– Εκεί που είχαμε πάει μαζί πολλές φορές όταν ήμουν μωράκι, μητέρα!

eimai mama.gr

10314021_10152332116755865_1929891294197596314_nΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ

Κική Δημουλά

Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο
στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο Θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να έρχεται σε μένα.

Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί,
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.

H»Ιστορία μιας μητέρας» («Historien om en moder»), του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, εκδόθηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 1847. Πρόκειται για μια πολύ θλιμμένη ιστορία για τον αγώνα μιας μητέρας που υφίσταται αδιαμαρτύρητα τα πάντα, αρκεί να προφτάσει το Χάρο που άρπαξε το άρρωστο παιδάκι της. Θα τα καταφέρει;

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Μια μητέρα έκατσε δίπλα στο μικρό της παιδάκι. Ήταν πολύ θλιμμένη, επειδή φοβόταν ότι εκείνο θα πέθαινε. Ήταν αρκετά χλωμό και τα μικρά ματάκια του ήταν κλειστά και μερικές φορές έπαιρνε μια βαθιά αναπνοή, σχεδόν σαν αναστεναγμός. Τότε, η μητέρα κοιτούσε πιο θλιμμένα από ποτέ το καημένο πλασματάκι. Κάποιος χτύπησε την πόρτα κι ένας φτωχός, γέρος άντρας μπήκε μέσα. Ήταν τυλιγμένος με κάτι που έμοιαζε με ύφασμα αλόγου και το χρειαζόταν στ’ αλήθεια για να τον κρατήσει ζεστό, επειδή ήταν κρύος χειμώνας. Όλη η χώρα ήταν σκεπασμένη με χιόνι και πάγο και ο αέρας φυσούσε τόσο έντονα, ώστε «ξύριζε» το πρόσωπο κάποιου. Το παιδάκι είχε αποκοιμηθεί για λίγο και η μητέρα, βλέποντας ότι ο γέρος άνδρας έτρεμε από το κρύο,σηκώθηκε κι έβαλε ένα μικρό κανάτι μπύρας στη φωτιά, να το ζεστάνει για εκείνον. Ο γέρος κάθισε και κούνησε την κούνια. Η μητέρα έκατσε σε μια καρέκλα κοντά του και κοίταξε στο άρρωστο παιδί, που εξακολουθούσε να βαριανασαίνει και έπιασε το χεράκι του.

«Νομίζεις ότι θα τον κρατήσω, έτσι δεν είναι;», είπε εκείνη. «Ο φιλεύσπλαχνος Θεός μας δεν θα μου τον πάρει».

Ο γέρος, που στην πραγματικότητα ήταν ο Χάρος, έγνεψε με το κεφάλι του κατά έναν περίεργο τρόπο, που θα μπορούσε να σημαίνει είτε «Ναι» είτε «Όχι». Και η μητέρα κατέβασε τα μάτια της, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα της. Τότε το κεφάλι της βάρυνε, επειδή δεν είχε κλείσει μάτι για τρία μερόνυχτα, και αποκοιμήθηκε, όμως μόνο για ένα λεπτό. Τρέμοντας από το κρύο, ξύπνησε και κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Ο γέρος είχε εξαφανιστεί και το παιδί της το ίδιο! Ο γέρος το είχε πάρει μαζί του. Στη γωνία του δωματίου το παλιό ρολόι άρχισε να χτυπάει. Οι δείκτες του έκαναν «γρρ», όλο το βάρος του βυθίστηκε στο πάτωμα, το ρολόι σταμάτησε και η φτωχή μητέρα όρμησε έξω απ’ το σπίτι ψάχνοντας το παιδί της. Έξω στο χιόνι καθόταν μια γυναίκα με μεγάλα μαύρα ρούχα κι εκείνη είπε στη μητέρα, «Ο θάνατος ήταν μαζί σου στο δωμάτιο. Τον είδα να φεύγει βιαστικά με το παιδάκι σου. Τρέχει πιο γρήγορα από τον άνεμο και ποτέ δεν επιστρέφει ό,τι πήρε μακριά».

«Μονάχα πες μου προς τα πού πήγε», είπε η μητέρα. «Πες μου το δρόμο κι εγώ θα τον βρω».

«Γνωρίζω το δρόμο», είπε η γυναίκα με τα μαύρα ρούχα, «αλλά προτού σου πω, πρέπει να μου τραγουδήσεις όλα τα τραγούδια που έχεις τραγουδήσει στο παιδί σου. Μου αρέσουν αυτά τα τραγούδια. Τα έχω ξανακούσει. Είμαι η Νύχτα και είδα τα δάκρυα σου να τρέχουν καθώς τα τραγουδούσες».

«Θα σου τα τραγουδήσω όλα», είπε η μητέρα, «όμως μην με καθυστερείς τώρα. Πρέπει να τον προφτάσω και να βρω το παιδί μου».

Όμως η Νύχτα καθόταν σιωπηλή και ατάραχη. Τότε, η μητέρα έκλαψε και τραγούδησε και έσφιξε τα χέρια της. Αλλά τα τραγούδια ήταν πολλά και τα δάκρυα ακόμη περισσότερα, μέχρι που σε κάποια στιγμή η Νύχτα είπε, «Πήγαινε προς τα δεξιά, μέσα στο σκοτεινό δάσος με τα έλατα, επειδή είδα το Χάρο να παίρνει εκείνο το δρόμο με το παιδάκι σου».

Μέσα στο δάσος, η μητέρα συνάντησε σταυροδρόμι και δεν ήξερε ποιο δρόμο να πάρει. Εκεί δίπλα στεκόταν ένας θάμνος με αγκάθια. Δεν είχε ούτε φύλλα ούτε λουλούδια, επειδή ήταν η εποχή του κρύου χειμώνα και πάγοι κρέμονταν από τα κλαδιά του. «Μήπως έχεις δει το Χάρο να περνάει μαζί με το παιδάκι μου», το ρώτησε.

«Ναι», απάντησε ο αγκαθωτός θάμνος, «αλλά δεν θα σου πω προς τα πού πήγε, μέχρι να με ζεστάνεις στην αγκαλιά σου. Παγώνω μέχρι θανάτου εδώ και γίνομαι πάγος».

Τότε, εκείνη πίεσε το θάμνο πολύ κοντά στο στήθος της, ώστε έλιωσε ο πάγος, τα κλαδιά τρύπησαν τη σάρκα της και έτρεξαν μεγάλες σταγόνες αίματος. Όμως ο θάμνος έβγαλε νέα πράσινα φύλλα και εκείνα έγιναν λουλούδια μέσα στην κρύα νύχτα του χειμώνα. Τόσο ζεστή είναι η καρδιά μιας πονεμένης μητέρας. Τότε, ο αγκαθωτός θάμνος της είπε ποιο μονοπάτι πρέπει ν’ ακολουθήσει. Εκείνη έφτασε μέχρι μια μεγάλη λίμνη, στην οποία δεν φαινόταν ούτε πλοίο ούτε καράβι. Η λίμνη δεν ήταν αρκετά παγωμένη, ώστε να πατήσει πάνω στον πάγο, ούτε ήταν αρκετά ανοιχτή για να τσαλαβουτήσει. Ωστόσο, έπρεπε να τη διασχίσει, αν ήθελε να βρει το παιδί της. Τότε, έσκυψε για να πιεί όλο το νερό της λίμνης, που φυσικά ήταν αδύνατο να το καταφέρει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος. Όμως η θλιμμένη μητέρα σκέφτηκε ότι ίσως να γινόταν κάποιο θαύμα, που θα τη βοηθούσε. «Δεν θα τα καταφέρεις ποτέ», είπε η λίμνη. «Ας κάνουμε μια συμφωνία, που θα είναι καλύτερη. Μου αρέσει να συλλέγω μαργαριτάρια και τα μάτια σου είναι τα πιο όμορφα που έχω δει. Αν ρίξεις όλα σου τα δάκρυα μέσα στα νερά μου, τότε θα σε πάω στο μεγάλο θερμοκήπιο, όπου κατοικεί ο Χάρος και καλλιεργεί λουλούδια και δέντρα, το καθένα από τα οποία είναι μια ανθρώπινη ζωή».

«Ω, και τι δεν θα έδινα για να φτάσω στο παιδί μου!», είπε η δακρυσμένη μητέρα και καθώς συνέχισε να κλαίει, τα μάτια της έπεσαν στα βάθη της λίμνης κι έγιναν δυο πανάκριβα μαργαριτάρια.

Τότε η λίμνη τη σήκωσε και μ’ ένα φύσημα τη μετέφερε στην αντίθετη όχθη, σαν να ήταν σε κούνια, όπου στεκόταν ένα υπέροχο, πανύψηλο κτίριο. Κανείς δεν μπορούσε να πει αν ήταν ένα βουνό καλυμμένο από δάση και γεμάτο σπηλιές ή αν ήταν χτισμένο. Όμως η φτωχή μητέρα δεν μπορούσε να δει, επειδή είχε ρίξει τα μάτια της μέσα στη λίμνη. «Πού θα βρω το Χάρο, ο οποίος έφυγε με το παιδάκι μου;», ρώτησε.

«Δεν έχει φτάσει ακόμα», είπε μια γριά γυναίκα με γκρίζα μαλλιά, που περιφερόταν και πότιζε το θερμοκήπιο του Χάρου. «Πώς βρήκες το δρόμο μέχρι εδώ και ποιος σε βοήθησε;».

«Ο Θεός με βοήθησε», απάντησε εκείνη. «Εκείνος είναι ευσπλαχνικός. Δεν θα είσαι κι εσύ το ίδιο; Πού μπορώ να βρω το παιδάκι μου;».

«Δεν ξέρω το παιδί», είπε η γριά γυναίκα, «και εσύ είσαι τυφλή. Πολλά λουλούδια και δέντρα έσβησαν απόψε και ο Χάρος θα έρθει σύντομα να τα μεταφυτεύσει.  Γνωρίζεις ήδη ότι κάθε ανθρώπινο ον έχει μια ζωή δέντρου ή μια ζωή λουλουδιού, όπως έχει καθοριστεί για εκείνο. Μοιάζουν με τα άλλα φυτά, όμως έχουν καρδιές που χτυπάνε. Οι καρδιές των παιδιών χτυπούν επίσης. Ίσως απ’ αυτόν το χτύπο να μπορέσεις να αναγνωρίσεις το παιδί σου. Όμως τι θα μου δώσεις, αν σου πω τι άλλο πρέπει να κάνεις;».

«Δεν έχω τίποτε να δώσω», είπε η βασανισμένη μητέρα, «όμως θα φτάσω μέχρι τα πέρατα της γης για σένα».

«Δεν χρειάζομαι τίποτε από εκεί», είπε η γριά γυναίκα, «όμως μπορείς να μου δώσεις τα μακριά, μαύρα σου μαλλιά. Ξέρεις κι από μόνη σου ότι είναι όμορφα και μου αρέσουν. Μπορείς να πάρεις σε αντάλλαγμα τα λευκά μου μαλλιά, τα οποία θα είναι κάποιου είδους ανταπόδοση».

«Δεν ζητάς τίποτα περισσότερο απ’ αυτό;», είπε εκείνη. «Θα σου τα δώσω μ’ ευχαρίστηση».

Και έδωσε τα όμορφα μαλλιά της κι έλαβε ως αντάλλαγμα τις λευκές μπούκλες της γριάς γυναίκας. Τότε πήγαν μέσα στο μεγάλο θερμοκήπιο του Χάρου, όπου λουλούδια και δέντρα μεγάλωναν μαζί σε θαυμάσια αρμονία. Ανθισμένοι υάκινθοι κάτω από γυάλινες καμπάνες και παιωνίες, που είναι δυνατά δέντρα. Μεγάλωναν φυτά του νερού, κάποια αρκετά φρέσκα, και άλλα έμοιαζαν άρρωστα, τυλιγμένα με νερόφιδα και μαύρες αράχνες κρέμονταν από τα κλωνάρια τους. Εκεί στέκονταν ευγενικά πεύκα, οξιές και εξωτικά δέντρα, ενώ από κάτω τους άνθιζαν θυμάρι και μαϊντανός. Κάθε δέντρο και κάθε λουλούδι είχε ένα όνομα. Το καθένα αντιπροσώπευε μια ανθρώπινη ζωή και ανήκε σε ανθρώπους που βρίσκονταν ακόμα στην ζωή, κάποιοι στην Κίνα, κάποιοι στη Γροιλανδία, κάποιοι σε άλλα μέρη του κόσμου. Ορισμένα μεγάλα δέντρα είχε φυτευτεί σε μικρές γλάστρες, ώστε να αφήνουν ελεύθερο χώρο, και έμοιαζαν έτοιμα να κάνουν τη γλάστρα κομμάτια, ενώ πολλά ασθενικά μικρά λουλούδια μεγάλωναν σε πλούσιο χώμα, με βρύα ολόγυρα τους, προσεχτικά περιποιημένα και φροντισμένα. Η πονεμένη μητέρα έσκυψε πάνω από τα μικρά φυτά και άκουσε την ανθρώπινη καρδιά που χτυπούσε στο καθένα από αυτά και αναγνώρισε το καρδιοχτύπι του παιδιού της ανάμεσα σε εκατομμύρια χτύπους.

«Αυτό είναι» αναφώνησε,  δείχνοντας με το χέρι της σ’ ένα μικρό λουλούδι κρόκο, του οποίο το ασθενικό κεφάλι κρεμόταν προς τα κάτω.
«Μην αγγίξεις το λουλούδι», φώναξε η γριά γυναίκα, «αλλά περίμενε εδώ και όταν έρθει ο Χάρος -τον περιμένω από στιγμή σε στιγμή- μην τον αφήσεις να τραβήξει αυτό το φυτό, αλλά απείλησε τον ότι αν το κάνει, θα κάνεις κι εσύ το ίδιο στ’ άλλα λουλούδια».
Τότε, μια ανατριχίλα πάγου διαπέρασε το θερμοκήπιο και η τυφλή μητέρα ένιωσε ότι είχε φτάσει ο Χάρος.
«Πώς βρήκες το δρόμο μέχρι εδώ», ρώτησε αυτός. «Πώς μπόρεσες να έρθεις εδώ γρηγορότερα από εμένα;».
«Είμαι μητέρα», απάντησε εκείνη.
Και ο Χάρος τέντωσε τα χέρια του προς το λεπτεπίλεπτο μικρό λουλούδι, όμως εκείνη κράτησε σφιχτά τα χέρια της γύρω απ’ αυτό, αλλά συνάμα και με την πιο μεγάλη ανήσυχη φροντίδα, από φόβο μήπως πειράξει ένα από τα φύλλα του. Τότε ο Χάρος φύσηξε στα χέρια της και εκείνη ένιωσε την αναπνοή του πιο κρύα κι απ’ τον παγωμένο άνεμο και τα χέρια της έπεσαν κάτω αβοήθητα.
«Δεν μπορείς να με νικήσεις», είπε ο Χάρος.
«Όμως ένας Θεός του ελέους μπορεί», είπε αυτή.
«Κάνω μόνο το θέλημα Του», απάντησε ο Χάρος. «Είμαι ο κηπουρός Του. Παίρνω όλα τα λουλούδια και τα δέντρα Του και τα μεταφυτεύω στους κήπος του Παραδείσου σε μια άγνωστη γη. Πώς μεγαλώνουν εκεί και πώς μοιάζει ο κήπος, δεν μπορώ να σου πω».
«Δώσε μου πίσω το παιδί μου», είπε η μητέρα κλαίγοντας και ικετεύοντας και άρπαξε δύο όμορφα λουλούδια με τα χέρια της και φώναξε στο Χάρο, «Θα ξεσκίσω όλα τα λουλούδια σου, γιατί είμαι απελπισμένη».
«Μην τ’ αγγίξεις», είπε ο Χάρος. «Λες ότι είσαι δυστυχισμένη και θέλεις να κάνεις και μια άλλη μητέρα δυστυχισμένη σαν εσένα;»
«Μια άλλη μητέρα!» αναφώνησε η φτωχή γυναίκα αφήνοντας τα λουλούδια από τα χέρια της.
«Ορίστε τα μάτια σου», είπε ο Χάρος. «Τα ψάρεψα στη λίμνη για σένα. Έλαμπαν πάρα πολύ, όμως δεν ήξερα ότι ήταν δικά σου. Πάρ’τα πίσω -τώρα είναι πιο καθαρά από ποτέ- και μετά κοίταξε στο βαθύ πηγάδι που είναι εδώ κοντά. Θα σου πω τα ονόματα των δύο λουλουδιών που ήθελες να τραβήξεις και θα δεις όλη την αλήθεια των ανθρώπων που αντιπροσωπεύουν και τι επρόκειτο να διαταράξεις και να καταστρέψεις».
Τότε εκείνη κοίταξε μέσα στο πηγάδι και ήταν εκθαμβωτικό θέαμα το βλέπει κανείς πώς ο ένας από αυτούς τους ανθρώπους θα γινόταν ευλογία για τον κόσμο και πόση ευτυχία και χαρά θα σκορπούσε γύρω του. Όμως είδε ότι η ζωή του άλλου ήταν γεμάτη από φτώχεια, δυστυχία και οίκτο.
«Και τα δύο είναι η θέληση του Θεού» είπε ο Χάρος.
«Ποιο είναι το δυστυχισμένο λουλούδι και ποιο είναι το ευλογημένο», είπε εκείνη.
«Αυτό δεν μπορώ να σου το πω», απάντησε ο Χάρος, «όμως αυτό μπορείς να μάθεις, ότι το ένα από τα δύο λουλούδια αντιπροσωπεύει το δικό σου παιδί. Ήταν η μοίρα του δικού σου παιδιού που είδες, το μέλλον του δικού σου παιδιού».
Τότε η μητέρα ούρλιαξε με τρόμο. «Ποιο απ’ αυτά ανήκει στο παιδί μου; Πες μου το αυτό. Πάρε το δυστυχισμένο παιδί. Απελευθέρωσε το από την τόση δυστυχία. Καλύτερα να το πάρεις μακριά. Πήγαινε στο βασίλειο του Θεού. Ξέχασε τα δάκρυα και τις παρακλήσεις μου. Ξέχνα όλα όσα είπα ή έκανα».
«Δεν σε καταλαβαίνω», είπε ο Χάρος. «Θα πάρεις πίσω το παιδί σου ή να το μεταφέρω σ’ ένα μέρος που εσύ δεν γνωρίζεις;»
Τότε η μητέρα έσφιξε τα χέρια της, έπεσε στα γόνατα της και προσευχήθηκε στο Θεό, «Μην εισακούσεις τις προσευχές μου, όταν είναι αντίθετες στο θέλημα Σου, που πάντα είναι για το καλό. Ω, μη μ’ ακούσεις» και το κεφάλι της βυθίστηκε στο στήθος της.
Τότε, ο Χάρος μετέφερε το παιδί της στην άγνωστη χώρα.
 

About Anna's Pappa blog

Διαχειρίστρια του Anna's Pappa blog. Το ιστολόγιο που θέλει να γίνει ένας τόπος συνάντησης παιδιών, δασκάλων και γονέων. Είμαι δασκάλα στο 18ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και συγγραφέας παιδαγωγικών. Όλα τα χρόνια στην εκπαίδευση δίδαξα διαθεματικά και διεπιστημονικά. Πιστεύω μου είναι ότι όλα τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να μάθουν πώς να μαθαίνουν και να αποκτούν δεξιότητες. Τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια διαρκούν μια ολόκληρη ζωή!!
This entry was posted in γιορτή μητέρας and tagged , . Bookmark the permalink.

Μία απάντηση στο Μητέρα, ο μαγικός μας σύντροφος…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s