Σχολείο: τράπεζα πληροφοριών ή πηγή γνώσης;

Παππά Άννα, Δασκάλα

Το σχολείο του χθες το γνωρίζουμε καλά όλοι μας. Ήταν το σχολείο που μάθαμε τα πρώτα μας γράμματα, ήταν για μας η άλλη ζωή, η έξω από το σπίτι. Αλήθεια, ποιος δε θυμάται το δάσκαλό του στην έδρα, ψηλότερα απ’ όλους δίπλα στον πίνακα; Ποιος ξέχασε τον χάρακα, τις συμβουλές του, τις διαταγές του; Πόσο πίσω μας στον χρόνο είναι άραγε οι σκονισμένοι χάρτες, η κιμωλία και ο σπόγγος, η παράδοση, οι ασκήσεις, η εξέταση; «Ησυχία, μην κουνιέστε» και ο δάσκαλος να μιλάει και να γράφει ασταμάτητα και εμείς τα μαθητούδια να ακούμε και να αντιγράφουμε από τον πίνακα, χωρίς  δικαίωμα  ούτε να κουνηθούμε.. Πόσο λυτρωτικό ήταν το κουδούνι που σήμαινε το διάλειμμα, και  πόσο μαγευτική ήταν η ώρα της ωδικής και των καλλιτεχνικών, μα πόσο γρήγορα  περνούσε!

Όμως τι άλλαξε από το σχολείο εκείνο ως το σημερινό; Άμα τοποθετήσουμε το σημερινό σχολείο σαν διαφάνεια πάνω στο παλαιότερο, τι θα καλυφθεί, τι καινούριο θα διαφανεί; Τίποτε το καινούριο, η ίδια εικόνα, μουντή, άχαρη και χωρίς χρώματα. Τι κι αν τώρα ο δάσκαλος δεν είναι μόνος. Τι κι αν μια ολόκληρη στρατιά ειδικών, διαδέχεται ο ένας τον άλλον στην έδρα; Υπάρχει κάποια μορφή επικοινωνίας, συνεργασίας, κάποιο κοινό σημείο μεταξύ όλων αυτών; Στο σχολείο του παρόντος δεν υπάρχει καμία. Το κοινό σημείο στην τάξη είναι ο δύστυχος μαθητής, που πρέπει να κάθεται απέναντι, χαμηλότερα, ήσυχος, ακίνητος και να προσέχει, να προσέχει. Η ίδια διαφάνεια.

Το σχολείο του παρόντος δεν προηγείται της εποχής του, ούτε συμβαδίζει με αυτή. Έμεινε πολύ πίσω.  

Οι ειδήμονες των Επιστημών της Εκπαίδευσης, έφεραν την μία μεταρρύθμιση μετά την άλλη, αλλά κράτησαν στην αίθουσα διδασκαλίας το ίδιο σκηνικό την ίδια ατμόσφαιρα. Έμεινε ν’ αναδεύεται η ίδια σκόνη, η ίδια κλεισούρα. Το σχολείο δεν άνοιξε, δεν μπήκε φρέσκος αέρας, δεν έγινε καμιά  αξιόλογη αλλαγή. Δεν έγινε κατανοητό ότι οι ορθές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις δεν φυτρώνουν στα γραφεία των υπουργών αλλά γεννιούνται μέσα στο σχολείο, όχι έξω απ’ αυτό. Έτσι λοιπόν κατά καιρούς παρουσιάστηκαν μεταρρυθμίσεις  ετεροβαρείς,  με επίκεντρο τον εκπαιδευτικό, με απόντα το μαθητή, ο οποίος αυτός μαθητής καλείται να σηκώσει όλο και περισσότερα βάρη κάθε φορά, να προσπαθήσει όλο και πιο πολύ, όλο και πιο σκληρά, μεταφέροντας ολομόναχος το φορτίο της εκάστοτε μεταρρύθμισης

Η Επιστήμη της Εκπαίδευσης, μεταξύ των άλλων, δημιούργησε και την εξής παραδοξότητα: Δημιούργησε παιδιά που καλούνται να είναι ενήλικες σε μικρογραφία, «άμα τη γεννήσει», αν όχι σοφοί γέροντες υπό κλίμακα. Αυτό ήταν αναπόφευκτο να συμβεί, γιατί οι ενήλικες γενικά, ακόμα και οι δάσκαλοι, δεν κατόρθωσαν μέχρι τώρα να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν τους νόμους που διέπουν την παιδική ψυχή και επέβαλαν στα παιδιά τις δικές τους ιδέες.  Έβλεπαν και βλέπουν το παιδί σαν άδειο κρανίο χωρίς περιεχόμενο, που πρέπει να το γεμίσουν με τη δική τους σοφία, παραβλέποντας από  σκοπιμότητα ή από άγνοια πώς λειτουργεί ο παιδικός εγκέφαλος.

Έτσι, οι μαθητές, μέσα από το σχολείο μαθαίνουν να λειτουργούν με δεδομένες στρατηγικές, με δογματικά μοντέλα ή με προτάσεις, που βασίζονται στην απομνημόνευση κυρίως και ελάχιστα στην επεξεργασία.  Είναι σε θέση να μπορούν να ανακαλούν κανόνες και να χρησιμοποιούν την κοινή επιστημονική γνώση για να συνάγουν ή να αξιολογήσουν συμπεράσματα, να λύσουν προβλήματα με μικρό αριθμό βημάτων επεξεργασίας, αλλά μέχρις εκεί και τίποτε παραπέρα…

Ακόμη και σήμερα το σχολείο με τις συντηρητικές μεθόδους, τα «σφιχτά» προγράμματα, τις εξετάσεις, τις συσσωρευμένες γνώσεις μέσα από κλειστά και δογματικά σχολικά εγχειρίδια και τέλος τη διδασκαλία-διαδικασία της «μεταφύτευσης», μοιάζει  περισσότερο με «φυλακή» της σκέψης, της γνώσης, της μόρφωσης παρά με μια πηγή όπου ρέει ακατάπαυστα η φιλομάθεια  και η μάθηση. Ένα σχολείο που παρέχει εξειδικευμένη εκπαίδευση, ικανή να ανταπεξέλθει στις τεχνικές και οικονομικές απαιτήσεις των καιρών, ένα σχολείο «εργαλειακής» γνώσης, δεν παρέχει παιδεία που είναι κάτι παραπάνω από τη στεγνή εκπαίδευση, γιατί η παιδεία έχει επιπλέον το άρωμα της ψυχικής και πνευματικής ανάτασης. Εκπαίδευση επιδέχεται και ένας σκύλος, παιδεία όμως όχι.

Και ενώ στην Ελλάδα βρισκόμαστε στο σημείο 0 όπως φαίνεται, στο διεθνές στερέωμα οι εξελίξεις στην εκπαίδευση επικαλούνται την παγκοσμιοποίηση ως νομιμοποιητικό επιχείρημα για τις αλλαγές που επιχειρούνται. Το χαρακτηριστικό  είναι η  εγκατάλειψη της γενικής παιδείας και η επαγγελματοποίηση της εκπαίδευσης. Στο βωμό της παγκοσμιοποίησης πολιτιστικές αξίες ισοπεδώνονται, μακραίωνες παραδόσεις καταπατούνται, η γλώσσα και η παιδεία θεωρούνται απλώς όργανα ή μέσα που θα βοηθήσουν στην ομοιογένεια, επικρατεί η τυποποίηση των πάντων.

Η μόδα που αντικαθιστά την κουλτούρα, η διαφήμιση, τα Μ.Μ.Ε., αντικαθιστώντας  εν μέρει το σχολείο, μαθαίνουν από νωρίς τον πολίτη- καταναλωτή-ψηφοφόρο το ρόλο που θα παίζει σε όλη του τη ζωή. Άνθρωπος «ελεύθερος», χωρίς πνευματική ελευθερία, άνθρωπος του «πλανητικού χωριού».

Και ο νέος άνθρωπος, το επίκεντρο αυτών των αλλαγών, αντιδρά, γιατί σήμερα, ενώ οραματίζεται έναν κόσμο γεμάτο ισότητα και δικαιοσύνη, αντικρίζει αντίθετα έναν κόσμο κοινωνικών ανισοτήτων, διακρίσεων, αναξιοκρατικό, με έντονη τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ φτωχών και πλουσίων, έντονων προβλημάτων, ευδαιμονισμού και λατρείας του χρήματος και δε μπορεί να αποδεχθεί τελικά την πολυπλοκότητα της σημερινής κοινωνίας, δεν μπορεί να αντιληφθεί  ότι έχει μείνει  χωρίς όραμα, χωρίς ιδανικά. Η κυριαρχία της εκπαίδευσης σε βάρος της παιδείας  είναι που γέννησε όλα αυτά.

Το αποτέλεσμα είναι, ο νέος  άνθρωπος να οδηγείται στην απομόνωση και να είναι ευάλωτος πια και χωρίς καμιά αντίσταση στο σχολείο του σήμερα, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο από την κακή εξαλλαγή του παραδοσιακού. Το σχολείο δηλαδή, «παραγωγής» μονομερών ανθρώπων, οι οποίοι καταλήγουν στην απόλυτη εξειδίκευση, με την υψηλή τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση. Είναι όμως άνθρωποι με περιορισμένη φαντασία και με προδιαγεγραμμένα  πνευματικά  και ψυχικά όρια.

Στόχος του σχολείου αντιθέτως, θα έπρεπε να είναι η ποιότητα της γνώσης και η κριτική σκέψη, έτσι ώστε το άτομο να μπορεί να καλλιεργεί και να αναπτύσσει τις πνευματικές και ψυχικές του δυνάμεις, από την ημέρα που γεννιέται ως το τέλος του βίου του. Στόχος θα έπρεπε να είναι να μη χαθεί η άμιλλα μεταξύ των νέων, που εμπεριέχει και την έννοια του ήθους και ούτε αυτή να αντικατασταθεί, πλήρως, από τη σκληρή ανταγωνιστικότητα, η οποία  δεν έχει  μεν ήθος, έχει όμως κανόνες.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αντί να αντιγράφει άλλων ευρωπαϊκών και μη χωρών εκπαιδευτικά συστήματα, θα έπρεπε  να  βασιστεί πάνω στο ανθρωπιστικό ιδεώδες, δηλαδή την πίστη ότι ο άνθρωπος αποκτά αξία μονάχα αν κινήσει ελεύθερα τις δυνάμεις του και τις συνθέσει κατά τα μέτρα της αρετής και της νοημοσύνης του, που πρώτοι οι Έλληνες φιλόσοφοι δίδαξαν και να μεταλαμπαδεύσει το σύστημά  σ’ όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα του κόσμου. Άλλοι λαοί έχουν τα πλάτη και τα πλούτη της γης, είναι μεγάλοι όγκοι ζωής. Εμείς δεν έχουμε παρά μονάχα την ποιότητα του ανθρώπινου υλικού.

Ο άνθρωπος, συγκροτεί τη γνώση του ενεργώντας και τροποποιώντας την πραγματικότητα, χωρίς να μπορεί κανείς να του μάθει γράμματα. Το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι να τον βοηθήσει να μάθει μόνος του, καθόσον η μάθηση δεν προσφέρεται, αλλά καταχτιέται από το άτομο που μαθαίνει, μέσα σε ένα κλίμα αμοιβαίας ειλικρίνειας, ανάμεσα στον δάσκαλο και στον μαθητή. Να αναζητήσουν, δάσκαλος και μαθητής, ουσιαστικά ζητήματα, να εργαστούν μαζί και να ερευνήσουν μαζί, καθώς μέσω της σύγχρονης  αυτής εκπαιδευτικής διαδικασίας θα είναι δυνατόν να προχωρήσουν με σταθερό βήμα στο πολύχρωμο μονοπάτι της μάθησης. Η διδακτική πρόθεση είναι σαφής. Νέος και αντικείμενο διδασκαλίας να βρεθούν σε ένα πεδίο διδακτικής τάσης, που από την αρχή θα προκαλεί το ενδιαφέρον του νέου ανθρώπου.

Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Το κριτήριο για την επίλυση του προβλήματος θα αναζητηθεί στο ανθρωπιστικό βίωμα της παράδοσής μας και στον πραγματικό σκοπό της παιδείας.

Μιλάμε για ένα σχολείο κοντά στα παιδιά, για ένα σχολείο που το παιδί προβληματίζεται, σκέφτεται, δημιουργεί. Ένα ευέλικτο δημιουργικό σχολείο.

Οι περισσότεροι δάσκαλοι, ακόμη και σήμερα, εμφανίζονται διστακτικοί, μπροστά στην εφαρμογή ενός πιο «ευέλικτου» τρόπου διδασκαλίας, μιας πιο ευέλικτης συμπεριφοράς μέσα στη τάξη. Ίσως, από το ένα μέρος είναι η αποκτημένη συνήθεια, που φυσικό είναι να είναι αρκετά δύσκολο να αποβληθεί εύκολα και από το άλλο οι αμφιβολίες, όπως και οι δυσκολίες της πρώτης αρχής.

Γιατί ευέλικτη λειτουργία της τάξης;

Είναι κατανοητό απ’ όλους τους εκπαιδευτικούς, ότι μια παθητική παραμονή στο σχολείο στο παρελθόν, είχε βέβαια αρνητικές επιδράσεις, που απαλείφονταν πολύ εύκολα όμως, με τις συνθήκες εξωσχολικής ζωής στα παιχνίδια της γειτονιάς, τα γεμάτα φαντασία και δράση. Σήμερα το παιδί καλείται να συνεχίσει την παθητικότητα του σχολείου με την παθητικότητα του σπιτιού, με τα αναρίθμητα «μη» και «δεν πρέπει», που επιβάλλονται από το συμβιωτικό και ταυτόχρονα αποξενωτικό χαρακτήρα της πολυκατοικίας.

Αποτέλεσμα είναι το παιδί να φυλάει όλη την ενεργητικότητά του για τα διαλείμματα του σχολείου, όπου μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει την αγωνιώδη προσπάθεια που καταβάλλει για να κερδίσει  λίγα λεπτά  παιχνιδιού.

Το παιδί καθημερινά είναι απομονωμένο, όπως είπαμε, μέσα στο όμορφο παιδικό δωμάτιο, ζει την απόλυτη μοναξιά. Όταν το βράδυ γυρίζουν οι γονείς του κουρασμένοι από τη δουλειά τους, δε θέλουν να συζητήσουν μαζί του, να μάθουν για τα τυχόν προβλήματά του.  Η έλλειψη διαλόγου μέσα στο σπίτι, είναι η βασική αιτία που το παιδί «δραπετεύει» σε τεχνητούς κόσμους.

Το σημερινό παιδί, κυριολεκτικά, ζει μέσα στην απόλυτη μοναξιά, χωρίς επικοινωνία, χωρίς επαφή, ακόμη και με τα πρόσωπα που συζεί. Και η διάβρωση της ζωής του αρχίζει. Οι ίδιοι οι γονείς είναι αυτοί, που το υπερπροστατεύουν, το υποκαθιστούν, το ιδιοποιούνται. Του αφαιρούν το καλύτερο κομμάτι του εαυτού του, ανακόπτοντας τις αυθόρμητες εκδηλώσεις του κι εμποδίζοντάς το να σκεφθεί. Το μετατρέπουν σε ένα είδος μαριονέτας.

    Η προσπάθεια ενεργοποίησης των μαθητών έχει πλέον διπλή αποστολή. Από τη μια μεριά εντάσσεται στη διδακτική επιταγή, ότι μόνο με την ενεργό δράση επιτυγχάνεται καλύτερα η απόκτηση της γνώσης και από την άλλη η ενεργός δράση παίζει ρόλο αντισταθμιστικό στο κοινωνικό φαινόμενο της αδρανοποίησης, που επέβαλαν οι τεχνολογικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής μας.

Οδηγούμαστε κάθε μέρα όλο και περισσότερο, σε αλόγιστο κυνήγι γνώσεων, σε μια διαρκή και αγωνιώδη ενημέρωση πάνω σε χιλιάδες θέματα, που συνεχώς όμως αναθεωρούνται. Και μάλιστα μέσα από έναν απαρχαιωμένο τρόπο διδασκαλίας, μέσα από τον οποίο κατορθώνουμε να φιμώνουμε τον μαθητή και να τον οδηγούμε στην αποδοχή της αυθεντίας του κειμένου που περιλαμβάνει τη φερτή γνώση και να τον καταδικάζουμε έτσι σε μια σιωπή κατωτερότητας.

Πρώτος ο Σωκράτης ήταν αυτός που είπε, ότι ο καλύτερος τρόπος να αναζητήσει κανείς την αλήθεια, είναι να κάνει ερωτήσεις, να του δοθούν ερεθίσματα.

Θέλουν αλήθεια ευέλικτη διδασκαλία σε μία ευέλικτη τάξη, από έναν ευέλικτο δάσκαλο, όχι μόνο για δύο ώρες, αλλά για όλη τη διάρκεια της μαθητικής ζωής; Ποιοι όμως, είναι αλήθεια αυτοί που το θέλουν; Οι μαθητές ή οι γονείς , οι εκπαιδευτικοί ή τέλος η πολιτεία ;

Αν ρωτήσεις τους γονείς των παιδιών, θα σου πουν ότι δεν γνωρίζουν τι είναι «ευέλικτος δάσκαλος», αλλά θα σου απαντήσουν με σιγουριά ότι «καλός» δάσκαλος είναι αυτός που δίνει πολλές εργασίες σε φωτοτυπίες, παιδεύει το παιδί με «παπαγαλισμό» άπειρων γνώσεων. Η τάξη θα πρέπει να λειτουργεί ως μια «καλοκουρδισμένη» τάξη φροντιστηρίου, όπου η ξερή γνώση και η παθητικότητα, παίρνει τη θέση της σκέψης, της ενεργητικότητας και η παλιά από «καθέδρας» θέση του δασκάλου επικρατεί αυτής του συντονιστή, συνερευνητή, συμβούλου, φίλου.

Ο δάσκαλος έτσι μετατρέπεται σε πομπό που μεταδίδει γνώσεις, πολλές φορές ξεπερασμένες, γιατί όπως είπαμε η εξέλιξη είναι αλματώδης. Είναι πομπός που εκπέμπει σε κλειστούς τις περισσότερες φορές δέκτες, που είναι τα χωρίς ενδιαφέρον παιδιά.

Δυστυχώς, πολλές φορές πρυτανεύει στους γονείς, όχι μόνο η άγνοια, αλλά και η τάση της απόρριψης της έννοιας αγωγή του νέου ανθρώπου, σαν να είναι αυτή που θα τον εμποδίσει να προκόψει μέσα στην κοινωνία μας. Οι γονείς είναι αυτοί που οδηγούν τα  παιδιά τους να ενδιαφέρονται για τα τρία Κ, καριέρα – κέρδος- κατανάλωση, που τα κάνουνε να νομίζουν ότι επιτυχία και ευτυχία είναι μόνο αυτά και τους εμπνέουν το φόβο για τη μοναξιά της αποτυχίας

Από την άλλη, ο σημερινός νέος  ούτε κοιμάται για να βλέπει όνειρα, ούτε εκστασιάζεται για να έχει παραισθήσεις. Αγωνιά και αγωνίζεται σκυφτός για να βρει το δικό του στίγμα σε μια κοινωνία, που σχεδόν τον αντιμετωπίζει ως «ξένο». Μη θέλοντας να δώσει στο μέλλον του, τις διαστάσεις του παρόντος, ενός παρόντος κατειλημμένου από τους ενήλικους, αντιστέκεται.

Και αν μπορούσε ο μαθητής της εποχής μας να  ερωτηθεί,  θα ήθελε να είχε απέναντί του έναν ευέλικτο δάσκαλο, να μπορεί να συμμετέχει σε διάφορες δραστηριότητες, όπως να αναπτύσσει διάλογο με τους συμμαθητές του, να διαβάζει, να ερευνά και να δουλεύει και σε επίπεδο ομάδας τάξης, αλλά και σε επίπεδο ομάδας εργασίας. Να εμπλέκεται σε διαδραστικές ενέργειες, ενώ ταυτόχρονα θα μαθαίνει να εφαρμόζει την ύλη του μαθήματος.  Να αποφεύγει το απερίσκεπτο, το επιπόλαιο, να μη δέχεται τον αυθαίρετο δογματισμό καθημερινά, σα σύμβολο της προοδευτικότητας.

Παιδί, παιδεία, παιχνίδι, σαφής η ίδια ρίζα που συνδέει αυτές τις τρεις λέξεις, δηλαδή τον άνθρωπο, τον πολιτισμό, τη δημιουργική έκφραση. Τι καλύτερο από το να μπορούσε να μάθει μόνο μέσα από το παιχνίδι. Να επικοινωνήσει με τους συμμαθητές του και τον δάσκαλό του, χωρίς διακριτούς ρόλους.

Ο Εrikson αναφέρει, ότι τα άτομα που διακρίνονται για την επιτυχία τους, έπαιξαν στην παιδική τους ηλικία, και κυρίως κατόρθωσαν να διατηρήσουν και ως ενήλικοι μια διάθεση παιχνιδιού. Τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια διαρκούν μια ολόκληρη ζωή.

Και αυτό μπορεί να το προσφέρει μόνο το δημιουργικό – ευέλικτο σχολείο. Το σχολείο που θα προηγείται της εποχής του και θα δείχνει το δρόμο.

Ποιους μαθητές βοηθά αυτός ο τύπος σχολείου που είναι αντίθετος με την έως τώρα  μετωπική και άκαμπτη μέθοδο διδασκαλίας που ακολουθείται στην Ελλάδα για δεκαετίες;

Στη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας και σχεδόν καθημερινά, αντιμετωπίζει ο δάσκαλος δικαιολογίες από τα παιδιά του, για τη μη εκτέλεση των καθηκόντων τους, σχετικά με τη σχολική εργασία τους. Δυστυχώς, μέχρι και σήμερα αυτά τα παιδιά, αντιμετωπίζονται με την τιμωρία.

Μια δημιουργική και καινοτόμα τάξη, με έναν δάσκαλο συνεργάτη, φίλο των παιδιών, που προσπαθεί μαζί τους, είναι η τάξη και ο δάσκαλος που θα δώσει στα παιδιά κίνητρα, ώστε αυτά να μη προβάλλουν δικαιολογίες και να είναι υπεύθυνα, μα πάνω απ’ όλα ευτυχισμένα.

Τα σχολικά προγράμματα, έχουν γίνει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε σε μια δεδομένη ηλικία, τα παιδιά οφείλουν να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο ποσό γνώσεων. Το βάρος της ύλης και της ποσότητάς της, κάποια στιγμή, θα πρέπει να μπει στη ζυγαριά μαζί με τον πραγματικό σκοπό της αγωγής.

Για να μπορέσουν τα παιδιά να ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο στη μεγάλη ποσότητα ύλης, θα έπρεπε όλα να έχουν τις ίδιες δυνατότητες μνήμης, φαντασίας, κατανόησης. Θα έπρεπε όλα να είναι πάντοτε και σε κάθε στιγμή της σχολικής χρονιάς σε κατάσταση, ώστε να αντιλαμβάνονται, να επεξεργάζονται και να αφομοιώνουν με τον ίδιο τρόπο. Από τη ψυχολογία γνωρίζουμε ότι δεν είναι δυνατόν να εργάζονται όλα τα παιδιά με ταχύτητα και τρόπο μονότονο, όπως μια μηχανή.

Το κάθε παιδί έχει πάρει από τη φύση τις ικανότητες, τις κλίσεις, τις προδιαθέσεις του, δηλαδή ένα ορισμένο δυναμικό. Αυτό το δυναμικό, ο δάσκαλος θα το πάρει και με προσπάθεια πότε συνειδητή, πότε ασυναίσθητη, θα το εξελίξει, θα το μορφοποιήσει και τελικά θα το θέσει στην υπηρεσία του ατόμου, που αποτελεί και το φυσικό του φορέα.

Υπάρχουν παιδιά, που στα χρόνια της πρώτης ανάπτυξης, παρουσίασαν υστέρηση, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν αργή πορεία στην κατάκτηση της γνώσης, κυρίως αργούν να διαβάσουν, να γράψουν. Τα παιδιά αυτά κάνουν ότι μπορούν, μα το υπόστρωμά τους είναι ανεπαρκές. Μέσα από την ομαδική εργασία, θα μπορέσουν και αυτά να προσφέρουν, χωρίς δισταγμό και χωρίς απογοητεύσεις, γιατί έχουν την απόλυτη ανάγκη να υποστηριχθούν, για να μπορέσουν να προχωρήσουν. Και η υποστήριξη που επιζητούν θα προέλθει από τους ίδιους τους συμμαθητές τους.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται τα χαρισματικά ή ταλαντούχα παιδιά. Είναι το 5% του γενικού παιδικού πληθυσμού που διαθέτει εξαιρετικά υψηλές ικανότητες σε έναν ή περισσότερους γνωστικούς τομείς, που παρουσιάζει επίκτητες διανοητικές ικανότητες και ειδικές δεξιότητες. Παιδιά που όσο παράξενο και αν φαίνεται, έχουν χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο ή ακόμη κατά τη διάρκεια της εφηβείας εγκαταλείπουν τις σπουδές τους. Ανεπαρκής ή λανθασμένη παιδαγωγική προσέγγιση δημιουργεί αρνητικό υπόβαθρο στον ψυχικό κόσμο αυτών των παιδιών, επειδή καταπιέζεται η ανάπτυξη των υψηλών νοητικών τους ικανοτήτων.

Υπάρχουν άλλα παιδιά που είναι επιμελή, ευσυνείδητα, που δεν μπορούν όμως να προσαρμοσθούν στους ρυθμούς της τάξης ή της ομάδας τους. Δυσκολεύονται εκεί που οι άλλοι, που δεν είναι ανώτεροί τους, μα που είναι απλώς διαφορετικοί, τελειώνουν εύκολα το έργο τους. Στα «αισθητηριακά παιδιά», οι αισθήσεις τους μοιάζουν με κεραίες, που τους συνδέουν με τον κόσμο και που τους φέρνουν άφθονες εικόνες, στις οποίες δεν μπορούν πάντοτε να δώσουν μια μορφή και δεν μπορούν να τις εκφράσουν.

Τα παιδιά αυτά δεν είναι φυγόπονα, ούτε αφηρημένα, ούτε απρόσεκτα. Ωστόσο τις περισσότερες φορές «σέρνονται» στην ουρά της τάξης. Έχουν ανάγκη, περισσότερο από άλλα παιδιά, από μια ατμόσφαιρα χαρούμενη και γεμάτη κατανόηση,  που προσφέρει η μάθηση μέσα από το θεατρικό παιχνίδι, το παιχνίδι. Αντίθετα δε μπορούν να λειτουργήσουν σε ατμόσφαιρα αδιαφορίας και αυστηρότητας. Επίσης, έχουν ανάγκη από μια αφομοιώσιμη διδασκαλία, όπου θα χρησιμοποιηθούν τα εξαίρετα όργανα που διαθέτουν, οι αισθήσεις τους, χωρίς να νιώθουν πώς βαραίνει επάνω τους ο καταναγκασμός της ώρας.

Άλλα παιδιά κατηγορούνται ότι είναι τεμπέλικα. Είτε να ντυθούν πρόκειται, είτε να διαβάσουν τα μαθήματά τους, δεν τελειώνουν ποτέ. Μερικά από τα παιδιά αυτά δεν είναι σίγουρα για τον εαυτό τους, βασανίζονται από ένα αίσθημα κατωτερότητας. Από έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους, γεμίζουν το χρόνο με μικρολεπτομέρειες, που  τους φαίνονται απαραίτητες. Άλλα παιδιά αργούν να τελειώσουν, γιατί φοβούνται τη συμμετοχή τους σε καινούριες δραστηριότητες. Και άλλα απ’ αυτά, επαναπαύονται ότι κάποιος άλλος θα φέρει σε πέρας την εργασία.  Η ενθάρρυνση να αναλάβουν πρωτοβουλίες μέσα στην ομάδα και να μπορέσουν να τελειώσουν στην αρχή απλές εργασίες και στη συνέχεια πιο σύνθετες, είναι ο μόνος τρόπος  να  ξεφύγουν, χωρίς  να το καταλάβουν, από τη δυσκολία,  αποκτώντας  βαθμιαία εγρήγορση και αφύπνιση του ενδιαφέροντός τους για  πραγματική μάθηση.

Μια άλλη κατηγορία είναι τα παιδιά που οι γονείς τους είναι υπέρμετρα φιλόδοξοι και αυτά με τη σειρά τους με διάφορες προσπάθειες, τις περισσότερες φορές επιτυχείς, αγωνίζονται να ικανοποιήσουν τις αυξημένες απαιτήσεις που έχουν γι’ αυτά οι γονείς τους. Στα παιδιά αυτά κάθε επιτυχία των συμμαθητών τους, διεγείρει στη ψυχή τους φόβο και φθόνο. Μικρή δε τυχαία αποτυχία, τα οδηγεί σε απογοήτευση  και σε εκδηλώσεις αντικοινωνικές. Και οι μέχρι τότε έπαινοι από τους γονείς μετατρέπονται σε επίπληξη και προσβολή και από εκείνη τη στιγμή υπάρχει η πιθανότητα η κατάσταση προόδου των παιδιών να μεταβληθεί απότομα.

Σύγκλιση μεταξύ του ατομικού και κοινωνικού «εγώ», δε θα υπάρξει παρά μόνο σε μια τάξη,  όπου επικρατεί το ομαδικό πνεύμα και που επιτυγχάνεται το «εγώ» να γίνει «εμείς», με σκοπό την πραγμάτωση στόχων που έθεσε η ομάδα.

Παιδιά επίσης, που θέλουν να μεγαλώσουν την ταυτότητα τους, απαντώντας σε κάθε ερώτηση που θέτει ο δάσκαλος, απλά για να απαντήσουν και με αυτό τον τρόπο να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, συναντά συχνά  κάποιος μέσα σε μια τάξη. Η απάντηση που δίνουν, τις περισσότερες φορές είναι άστοχη. Όταν θα δουλέψουν σε ομάδα, η οποία εκ των πραγμάτων δεν επιτρέπει αύξηση ταυτότητας κανενός μέλους της και αντιθέτως περιορίζει αυτές τις εξάρσεις, λόγω της συνεργασίας που επιβάλλει και της κοινής συνεισφοράς, θα βοηθηθούν ώστε να τοποθετήσουν τον εαυτό τους  στα σωστά πλαίσια.

Τέλος, μέσα σε κάθε τάξη υπάρχουν και παιδιά που προέρχονται από οικογένειες που τα υπερπροστατεύουν. Τα παιδιά αυτά ενώ γνωρίζουν, απομονώνονται, είναι δειλά και δε συμμετέχουν  όσο πρέπει σε καμιά δραστηριότητα, γιατί βρίσκονται έξω από την προστατευτική ασπίδα των γονέων τους και αισθάνονται  ευάλωτα. Αυτή η λανθασμένη εντύπωση θα μπορέσει να καταπολεμηθεί, μέσα από τις αρχές που διέπουν τη συνεργατική μάθηση και θα μπορέσουν οι μαθητές να αποκτήσουν την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση και θα πετύχουν έτσι να απομακρυνθούν από τον κλοιό του γονικού εγκλωβισμού.

Όλα τα παιδιά επιζητούν το «μπράβο» του κάθε δασκάλου, όπως και το χαμόγελο και την επιβράβευση της κάθε προσπάθειας. Πόσο σημαντικό είναι αλήθεια, να πει ένας δάσκαλος στα παιδιά του πόσο τα αγαπά και πόσο ενδιαφέρεται γι’ αυτά και παράλληλα να τα αγγίξει και να έρθει κοντά τους.

Τα παιδιά μιας δημιουργικής τάξης δουλεύουν σε ομάδες. Γίνονται αλήθεια ομάδες τοποθετώντας τα θρανία κατάλληλα; Ναι, γίνονται ομάδες, αλλά όχι ομάδες εργασίας και δημιουργίας. Για να γίνει ο ανταγωνισμός άμιλλα, μ’ όλα τα στοιχεία ήθους που περιέχει ο όρος, θα πρέπει να κατανοήσουν τα παιδιά ότι ο ανταγωνισμός είναι ανασταλτικός παράγοντας για τη δουλειά. Θα πρέπει να μάθουν να ακολουθούν τις οδηγίες του εμψυχωτή δασκάλου  και αυτό θα γίνει αν ο συμπαίχτης δάσκαλος, ο συνεργάτης δάσκαλος καθίσει δίπλα τους, μιλήσει μαζί τους, εργαστεί μαζί τους με ίσους όρους. Το ομαδοσυνεργατικό μοντέλο διδασκαλίας, εξασφαλίζει  δυνατότητες αυτενέργειας τόσο στη δράση, όσο και στη σκέψη. Η διεξαγωγή του μαθήματος δε θεωρείται ως μια αντίληψη «ο ένας απέναντι στον άλλον», αλλά «ο ένας δίπλα στον άλλον».

Τι πιο όμορφο, από έναν δάσκαλο, που την πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς, καλεί τα παιδιά να καθίσουν όλοι μαζί σε  ένα μεγάλο κύκλο, να πιαστούν χέρι – χέρι, να αυτοσυστηθούν, να μιλήσουν για τα ενδιαφέροντά τους, να εκφράσουν τις απορίες τους, να γνωριστούν μακριά από τα θρανία; Να μιλήσουν με το δάσκαλό τους, που δε στέκεται όρθιος δίπλα στην έδρα του, αλλά με τον δάσκαλό τους που κάθισε δίπλα τους, πιάστηκε στον κύκλο τους, μίλησε και αυτός για τα ενδιαφέροντά του, εξέφρασε τις απορίες του, σαν ίσος προς ίσους, έθεσε τους στόχους της σχολικής χρονιάς μαζί τους, αφουγκράστηκε τα προβλήματά τους και τα συζήτησε. Τι πιο όμορφο, από έναν δάσκαλο που την πρώτη ημέρα θα παίξει και θα τραγουδήσει με τα παιδιά του. Μέσα από τα μουσικά παιχνίδια και τα παιχνιδοτράγουδα, θα επιτευχθούν αβίαστα η ενεργοποίηση και η συμμετοχή των παιδιών σε ομαδικές δραστηριότητες, η συνεργασία και η ανάπτυξη της ομαδικότητας μέσα σε ένα ευχάριστο πραγματικά περιβάλλον. Σε ένα ευχάριστο περιβάλλον που ο δάσκαλος είναι πια ο άνθρωπός τους, αυτός που τα έπιασε, τα άγγιξε και πάνω απ’ όλα έπαιξε μαζί τους.

Μήπως πολλοί εκπαιδευτικοί, έχουν ταυτίσει την Ευέλικτη Ζώνη ή αν θέλετε κάθε καινοτόμο δράση, με την εκπόνηση ενός σχεδίου δράσης ή project, στη διάρκεια των δύο ή τριών ωρών, που προβλέπονται, σε εβδομαδιαία βάση;

Το project είναι απλώς μια διδακτική μέθοδος, ένας τρόπος εργασίας, που δεν πρέπει να μας περιορίζει στη διδακτική μας πράξη. Η φιλοσοφία ενός μαθήματος project, προσβλέπει στην αποικοδόμηση αυταρχικών δομών μάθησης, ενώ ταυτόχρονα οικοδομεί ένα πλήθος δυνατοτήτων για αυτόνομη δράση, βίωση και αυτοέκφραση.

Είναι μια μέθοδος που αναδεικνύει τα ταλέντα  και τις ικανότητες όλων των παιδιών, τόσο των «ακαδημαϊκώς ικανών», όσο και των «αδύνατων» μαθητών. Αναδεικνύει παιδιά που γράφουν και μιλούν ορθά, αλλά και αυτά που εκφράζονται αμήχανα, αυτά που είναι οργανωμένα, αλλά και τα αφηρημένα ονειροπόλα, τα κοινωνικά, αλλά και τα στοχαστικά, τα επιδέξια, αλλά και τα αδέξια. Σε ένα project, χρειάζονται τα ταλέντα και οι ικανότητες όλων των μαθητών, για τη διεκπεραίωσή του.

Το κύριο χαρακτηριστικό, είναι η διαθεματικότητα, δηλαδή η προσπάθειά μας να δούμε όλες τις πλευρές ενός θέματος, να δούμε τη συνεργατική δύναμη της γνώσης, την αλληλουχία και εξέλιξή της.

Διδασκαλία οργανωμένη να προκαλέσει συνθετικές διαδικασίες, είναι πολύ διαφορετική από μια γραμμική διδασκαλία, τυπική και παραδοσιακή.

Ο μαθητής δεν είναι παθητικός δέκτης και δεν αποταμιεύει τις γνώσεις που του προσφέρονται, όπως αποταμιεύει τα χρήματα ένας κουμπαράς, δεν «επισκέπτεται» μια τράπεζα πληροφοριών. Τις γνώσεις  τις ανακαλύπτει ή καλύτερα τις οικοδομεί μόνο του ή σε συνεργασία με τους συμμαθητές του και τις συμμαθήτριές του και με την κατάλληλη πάντα μεθοδική βοήθεια και την αυτενεργή και ερευνητική προσπάθεια.

Η μάθηση προϋποθέτει μια απορία, μια πρόκληση προς τη διανοητική  ενέργεια των μαθητών. Πρέπει να γεννηθεί μέσα στο πνεύμα των μαθητών μια απορία, για να κινηθεί και να τελεσφορήσει η διαδικασία που ονομάζουμε μάθηση. Όταν δεν υπάρχει μια ανάγκη, πώς θα υπάρξει η ικανοποίησή της; Ζητεί κανείς το φαγητό, μόνο όταν πεινάει.

Απορώ  και προβληματίζομαι, είναι λέξεις περίπου συνώνυμες. «Πόρος» είναι το μέσον και το πέρασμα. Απορώ, σημαίνει ότι μου λείπει το μέσον για να πετύχω το σκοπό που έχω θέσει. Αυτό το λέμε σήμερα, με μια λέξη που έγινε του συρμού «προβληματίζομαι», έχω δηλαδή εμπλακεί σε ένα πρόβλημα και αγωνίζομαι να το λύσω, για να λευτερώσω το πνεύμα μου και να προχωρήσω. Μόνο όταν απορεί, όταν προβληματίζεται, ζητάει να μάθει και μπορεί να μάθει ο άνθρωπος. Πρώτο λοιπόν καθήκον του δασκάλου είναι να δημιουργήσει μέσα στην αίθουσα τις προϋποθέσεις της απορίας, το κλίμα του προβληματισμού. Ευκαιρίες παρουσιάζονται πολλές, αρκεί να τις προσέξει και να τις χρησιμοποιήσει στην ώρα τους, πρέπει όμως να αποφευχθεί η τεχνητή διέγερση και μάλιστα τα τεχνάσματα, τα οποία τις περισσότερες φορές είναι τυποποιημένα και βαρετά και δήθεν ανοίγουν την όρεξη για μάθηση.  Αντίθετα, φυσικά και αβίαστα, θα πρέπει τα παιδιά να οδηγούνται στην «ετοιμότητα δράσης». Και αυτό θα συμβεί, μόνο όταν βρεθούν, όπως ήδη είπαμε, μπροστά σε μια πραγματική απορία, σ’ ένα γνήσιο πρόβλημα.

Η συλλογή πληροφοριών πάνω στο θέμα που προβληματίζει και ενδιαφέρει τα παιδιά, δεν είναι μάθηση, αλλά η μάθηση θα έρθει μέσα από την επεξεργασία και την εμβάθυνση της πληροφορίας, με δική τους παρατήρηση,  δική τους φαντασία και τη δική τους κρίση.   

Σε ποιο τύπο σχολείου όμως θα μπορέσει να αναπτυχθεί μια δημιουργική τάξη; Σ’ ένα σχολείο  που θα έχει ως σκοπό να δίνει στους νέους ανθρώπους ευκαιρίες μόρφωσης με  ενεργητική συμμετοχή. Και όχι  σ’ αυτό που θα προσπαθεί να εμφυτεύσει στα παιδιά ότι η διδασκαλία ενός αντικειμένου είναι μάθηση, η ιεραρχική προαγωγή του είναι μόρφωση, το απολυτήριο μιας εκπαιδευτικής βαθμίδας μια μορφή χειρισμού της αγοράς ή ακόμη και απόδειξη των ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Φυσικά και δε θα αναρωτιέται το σχολείο τι πρέπει να μάθει ο μαθητής του, αλλά πώς θα φτάσει να μάθει μέσα από την άμεση επαφή του με αντικείμενα, με ανθρώπους, με καταστάσεις, μέσα από ένα σύστημα αξιών, που κάποια στιγμή ίσως είναι ικανός να έρθει και σε διαφωνία, ακόμη και σε ρήξη μαζί τους.

Έτσι το  ευέλικτο δημιουργικό σχολείο είναι ένα σχολείο που θα αποκτήσει κίνηση και «θόρυβο» λειτουργικό.

Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε το σχολείο που δημιουργεί ευκαιρίες στα παιδιά, με τον ανθρώπινο οργανισμό. Ο ανθρώπινος οργανισμός έχει συστήματα, έχει κύτταρα, έχει αίμα και για να ζήσει απαραίτητο είναι το οξυγόνο. Ως συστήματα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το σχολικό περιβάλλον, τα αναλυτικά προγράμματα, τη διοίκηση, τα διδακτικά βιβλία, τα εποπτικά μέσα τη μεθοδολογία και τις διδακτικές προσεγγίσεις. Ως κύτταρα το δάσκαλο και τους μαθητές και ως οξυγόνο τους γονείς και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Ο οργανισμός για να είναι υγιής και να παράγει έργο θα πρέπει όλα τα επιμέρους όργανά του να είναι υγιή και να λειτουργούν αρμονικά μεταξύ τους. Άρα όλα τα παραπάνω που αποτελούν τον οργανισμό – σχολείο, θα πρέπει να είναι υγιή και να συνεργάζονται για να παράγουν έργο.

Ένα έργο που πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε το μέγεθος του και την αξία του, γιατί όπως και το έργο που παράγει ο ανθρώπινος οργανισμός, έτσι και το έργο αυτό χαρακτηρίζεται από ζωή. Δεν είναι το σχολείο οργανισμός στάσιμος και μετρήσιμος σ’ όλες του τις παραμέτρους. Δεν είναι μια μηχανή που γνωρίζουμε και μπορούμε να εκτιμήσουμε με ακρίβεια από πριν το έργο που θα παραγάγει. Το μόνο που μπορούμε να θεωρήσουμε ως δεδομένο είναι ότι το σχολείο, δίνει εφόδια και μέσα απ’ αυτά προκαλεί αλλαγές που τροφοδοτούν και ταυτόχρονα επηρεάζουν, διαμορφώνουν και μετασχηματίζουν την κοινωνία. Άλλωστε το αποτέλεσμα εκτείνεται σε βάθος χρόνου, πράγμα που δεν επιτρέπει την ακριβή μέτρησή του. Ο ανθρώπινος οργανισμός νιώθει ικανοποίηση καθώς παράγει έργο. Στο σχολικό οργανισμό όταν έχουμε ικανοποίηση των αναγκών των μαθητών και των εκπαιδευτικών, καθώς και των άλλων παραγόντων, τότε έχουμε αποτελεσματική λειτουργία.

Και πώς θα πρέπει να λειτουργεί αυτό το σχολείο;

Καταρχήν είναι ένα σχολείο που θέτει στόχους και έχει τη δική του κουλτούρα, τη δική του φυσιογνωμία.

Στην αρχή ορίζονται οι σκοποί και οι στόχοι της σχολικής χρονιάς. Στη συνέχεια και αφού ορισθεί το θέμα ή τα θέματα που θα απασχολήσουν μαθητές και δασκάλους, θα αναλάβει η κάθε τάξη να εκπονήσει ένα μέρος του προγραμματισμού. Η κατάρτιση ενός σχεδίου δράσης για όλη τη σχολική χρονιά με τη συνδρομή όλων των εκπαιδευτικών και η ανάρτησή του σε εμφανές μέρος του γραφείου των δασκάλων, προκαλεί μια σειρά διεργασιών γόνιμων.

Σε επόμενη συνεδρίαση αναλύονται και καταγράφονται οι επιμέρους στόχοι και σκοποί των προγραμμάτων που θα εφαρμόσει η κάθε τάξη χωριστά και γίνεται ένα πλάνο συνεργασίας μεταξύ τμημάτων, έτσι ώστε το ένα «γρανάζι» να κινεί το επόμενο. Δεν υπάρχουν έτσι στεγανά μεταξύ των δράσεων των τάξεων και υπάρχει μια συνεχής αλληλεπίδραση και αναπτύσσεται ένα πνεύμα συνεργασίας και συλλογικότητας. Συζητούνται οι μέθοδοι διδασκαλίας για καλύτερη αντιμετώπιση των διδακτικών προβλημάτων και προτείνονται προς συζήτηση καινοτόμοι τρόποι και μέθοδοι.

Το χώρο όπου συγκεντρώνονται οι εκπαιδευτικοί της σχολικής μονάδας, θα μπορούσαμε να τον προσομοιάσουμε με μια μηχανή, η οποία για να λειτουργήσει θα πρέπει να λειτουργήσουν τα γρανάζια της και το κάθε γρανάζι να δίνει κίνηση, ζωή, «θόρυβο» λειτουργικό στο άλλο. Ο χώρος που οι εκπαιδευτικοί συνεδριάζουν θυμίζει εργαστήριο περισσότερο, παρά ένα γραφείο τυπικό μιας υπηρεσίας.

Η μηχανή- γεννήτρια, είναι ο Σύλλογος των  Διδασκόντων με τις αποφάσεις του και το κάθε γρανάζι η κάθε τάξη με τον υπεύθυνο εκπαιδευτικό της.

Σε συνεδρίαση του Σχολικού Συμβουλίου, καταγράφονται οι τυχόν ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή  που είναι απαραίτητη για την υλοποίηση του προγράμματος και καθορίζεται ο τρόπος εξεύρεσης πόρων για την απόκτησή τους. Οι γονείς σε πολλές περιπτώσεις θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε εθελοντική βάση.

Το σχέδιο δράσης περιλαμβάνει σε τακτά διαστήματα την αξιολόγηση του με σκοπό να προλάβει τυχόν ανεπιθύμητα αποτελέσματα και να καρπωθεί πιθανή επανατροφοδότηση του με καινούρια στοιχεία. Βέβαια αφού το σχέδιο δράσης θα είναι αναρτημένο στο γραφείο, ακόμη και την ώρα του διαλείμματος προκαλεί για συζήτηση και αναζήτηση τρόπων προσέγγισης των επιμέρους θεματικών ενοτήτων και δημιουργείται κλίμα υψηλών προσδοκιών με σαφή μαθησιακό προσανατολισμό.

Έτσι με την εκπόνηση του ετήσιου σχεδίου δράσης και μέσα από τις συνεχείς συναντήσεις επανατροφοδότησης του προσωπικού, πετυχαίνεται μια ουσιαστική, συνεχής  και ευέλικτη μορφή επιμόρφωσης, αφού η ανταλλαγή απόψεων, βιωμάτων και γνώσεων είναι ο πιο εποικοδομητικός τρόπος αυτοεξέλιξης του εκπαιδευτικού προσωπικού. Μέσα από τις επιμορφωτικές- παιδαγωγικές συναντήσεις, μπορεί να γίνει ανταλλαγή πολύτιμης εμπειρίας και εμπεριστατωμένων γνωμών και απόψεων. Να λυθούν απορίες, να διαλυθούν σοβαρές πλάνες και να δοθούν ισχυρά μορφωτικά ερεθίσματα και ορθές κατευθύνσεις.

Οι εκπαιδευτικοί της πράξης καλούνται με αυτό τον τρόπο να δουλέψουν όχι ως άτομα, αλλά μέσα σε ομάδα και να δεχτούν τις θετικές επιδράσεις της. Άλλωστε  οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί είναι αυτοί που θα καλέσουν τους μαθητές τους να σχεδιάσουν και να εκπονήσουν projects – σχέδια εργασίας, με ομάδες εργασίας. Αν το εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου εκπονήσει ένα γενικό ή πολλά και μικρής διάρκειας projects, τότε είναι σίγουρο ότι κλίμα κοινής δημιουργικής προσπάθειας θα διαπεράσει τους τέσσερις τοίχους του γραφείου και θα κατακλύσει το περιβάλλον του σχολείου, αφού το ψυχολογικό και κοινωνικό κλίμα του σχολείου επιδρά στους τομείς μάθησης και ανάπτυξης. Αν οι δάσκαλοι έχουν μετατρέψει σε εργαστήριο το γραφείο τους, τότε και οι μαθητές θα μεταμορφώσουν την ψυχρή και γκρίζα αίθουσά τους σε εργαστήριο αναζήτησης της γνώσης. Αν οι δάσκαλοι εργάζονται σε ομάδα, τότε και οι μαθητές θα γίνουν μια μεγάλη ομάδα εργασίας. Υπάρχει το συλλογικό πνεύμα, που προάγει τη συνειδητοποίηση των αδυναμιών και την ανάπτυξη πρωτοβουλιών, παραμερίζοντας το «εγώ» και προβάλλοντας το «εμείς».

Η ευρύτερη λοιπόν παιδεία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Το σύγχρονο σχολείο είναι μια τράπεζα πληροφοριών, ενώ παράλληλα είναι και  μια αστείρευτη πηγή γνώσης. Είναι ένα σχολείο με φυσιογνωμία και ταυτότητα. Που θα είναι δημιουργικό όλες τις ώρες, όλες τις ημέρες, όλα τα χρόνια.  Το μέλλον ανήκει σε όποιον έμαθε πώς να μαθαίνει, πώς να ανακαλύπτει, πώς να οραματίζεται. Μια κοινωνία που προσπαθεί να λειτουργήσει αποκλειστικά και μόνο με βάση τους απομνημονευμένους της κανόνες, δεν θα μπορέσει ποτέ να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που της θέτει η ίδια η  ζωή και να μπορέσει να ανεβεί  με αξιώσεις στο τρένο της ανάπτυξης. Για να ανέβει η πατρίδα μας στο τρένο της ανάπτυξης, θα πρέπει το εκπαιδευτικό σύστημα να προηγείται της εποχής του, για να δείχνει το δρόμο και στην υπόλοιπη κοινωνία.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΒΕΡΩΦ – ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΑΤΙΑΝΑ, Μαθαίνοντας τα παιδιά να συνεργάζονται –Ομαδικές Ασχολίες και Παιχνίδια για Παιδιά του Δημοτικού-, Θυμάρι, Αθήνα 1983

ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, Ζητήματα Διοίκησης της Εκπαίδευσης, Βιβλιογονία, Αθήνα 1998

ΒΙΝΝΙΚΟΤ ΝΤ, Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα, Μτφρ. Κωστόπουλος Γιάννης, Καστανιώτη, Αθήνα 1980

FREY KARL, Η «Μέθοδος Project» Μια μορφή συλλογικής εργασίας στο σχολείο ως θεωρία και πράξη, Μτφρ. Μάλλιου Κλεονίκη, Αφοι Κυριακίδη, Αθήνα 1998

DREIKURS R., Το παιδί, μια νέα αντιμετώπιση, Μτφρ. Ι. Καββαδά, Ερμής, Αθήνα 1973

DREIKURS R., Δώσε στο παιδί κίνητρα για μάθηση, Μτφρ. Παναγοπούλου Μ., Ερμής,  Αθήνα 1975 DREIKURS R. CACCEL PEARL,  Πέτα μακριά το ραβδί σου, Πειθαρχία χωρίς δάκρυα, Μτφρ. Μητά Λεία, Θυμάρι, Αθήνα 1979

[-] ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, Επιμ. ΚΛΕΙΩ ΓΚΟΥΓΚΟΥΛΗ – ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΟΥΡΙΑ, Παιδί και παιχνίδι στη νεοελληνική κοινωνία (19ος και 20ος αιώνας),Καστανιώτη, Αθήνα 2000

ΚΟΛΙΑΔΗΣ Α. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, Θεωρίες Μάθησης και Εκπαιδευτική Πράξη, τόμος Β΄ Κοινωνικογνωστικές Θεωρίες, Αθήνα 1997

ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗΣ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Ψυχολογική Θεμελίωση της Διδασκαλίας – Η τεχνική του προγραμματισμού της διδασκαλίας, Δίπτυχο

MEYER ERNST, Ομαδική Διδασκαλία, Θεμελίωση και Παραδείγματα, Μτφρ. Κουτσούκης Λευτέρης, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1987

MILLER BONNIE, Χτίζοντας Καλύτερη Σχέση με τα Παιδιά στην Τάξη, Μτφρ. Αποστόλου Φανή, 2002

ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ Ε.,  Η παιδεία, το μεγάλο μας πρόβλημα,  Δωδώνη, Αθήνα 1976

ΠΑΠΠΑ ΑΝΝΑ, Μαθαίνοντας πώς να μαθαίνω –από το σχολείο ευέλικτης ζώνης, στο ευέλικτο σχολείο- Εκδόσεις Φυλάτος, Θεσσαλονίκη 2005

Βαϊνά Μαρία, Μέθοδος Project: Μια πρόκληση για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, Νέα Παιδεία, τεύχος 80, 1996

Βαλανίδου Χριστίνα, Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση, Mathisis, ιστοσελίδα

Ιορδανίδης Γ. Διοίκηση και ηγεσία στην εκπαίδευση. Θεωρητική προσέγγιση, Εισήγηση στο Πρόγραμμα Εξειδίκευσης Οργάνωση και διοίκηση σχολικών μονάδων» Πανεπιστήμιο Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 2002

Ξηροτύρης Ιωαν., Στην αδράνεια της σκέψης οφείλεται η έλλειψη της κριτικής ικανότητας

Ξηροτύρης Ιωαν.,  Βάση της εκπαιδευτικής αναβάθμισης η δημιουργική συμβολή του δασκάλο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s